Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2-Συγκροτήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2-Συγκροτήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Iron Maiden

 

       Οι Iron Maiden είναι ένα Heavy Metal μουσικό συγκρότημα από την Αγγλία. Είναι από τους δημοφιλέστερους εκπροσώπους του Χέβι Μέταλ και ειδικά του New Wave of British Heavy Metal παγκοσμίως για πάνω από 25 χρόνια. Οι πωλήσεις τους ανέρχονται σε πάνω από 85 εκατομμύρια αντίτυπα, αν και ποτέ δεν είχαν στήριξη από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση ή τον ευρύτερο μουσικό τύπο. Κομμάτια όπως το The Τrooper,
http://www.youtube.com/watch?v=dTaD9cd8hvw
 Number of the Beast, Fear of the Dark, Run to the Hills και Hallowed be Thy Name αποτελούν ιστορικές στιγμές όχι μόνο για το metal αλλά και γενικά για την rock σκηνή. Στο ενεργητικό τους έχουν πολλές πρωτιές σε εμπορικό επίπεδο αλλά έχουν βραβευτεί πολλές φορές και από κριτικούς αλλά και από το κοινό.
Ιστορία
Δεκαετία του '70
Οι Iron Maiden ιδρύθηκαν στις 25 Δεκεμβρίου του 1975 από τον μπασίστα Steve Harris. Τα πρώτα χρόνια, η σύνθεση της μπάντας άλλαζε διαρκώς. Ένας από τους τραγουδιστές που πέρασαν από την μπάντα, ο Dennis Wilcock, έφερε στο συγκρότημα τον κιθαρίστα Dave Murray, ο οποίος είναι και σήμερα μέλος της μπάντας. Μετά από συνεχείς αλλαγές στις θέσεις του δεύτερου κιθαρίστα, του ντράμερ και του τραγουδιστή, με τη σύνθεση των Steve Harris στο μπάσο,  Dave Murray και Dennis Stratton στι κιθάρες, Clive Burr στα ντραμς και Paul Di'Anno στα φωνητικά, η μπάντα το Δεκέμβριο του 1979 υπογράφει συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία EMI.

Δεκαετία του '80
Το 1980 κυκλοφορεί το ντεμπούτο της μπάντας με τίτλο Iron Maiden και η φήμη της μπάντας εξαπλώνεται. Τραγούδια όπως τα Phantom of the Opera, Running Free και το ομότιτλο παίζονται ακόμα και σήμερα στις ζωντανές εμφανίσεις της μπάντας. Την επόμενη χρονιά, με τον κιθαρίστα Adrian Smith στη θέση του Dennis Stratton, κυκλοφορεί το δεύτερο album της μπάντας, με τίτλο Killers, βασισμένο κυρίως σε υλικό που η μπάντα συνέθεσε πριν την κυκλοφορία του ντεμπούτου της. Η πεσμένη απόδοση του τραγουδιστή, όμως, Paul Di'Anno, λόγω της χρήσης ναρκωτικών ουσιών οδήγησε στην απόλυσή του στα μέσα της χρονιάς. Τη θέση του διαδέχτηκε ο πρώην τραγουδιστής των Samson, Bruce Dickinson. Η νέα σύνθεση κυκλοφόρησε το 1982 το The Number of the Beast, έναν από τους κορυφαίους heavy metal δίσκους όλων των εποχών. Η επιτυχία του δίσκου ήταν μεγάλη και συνοδεύτηκε από μια μεγάλη παγκόσμια περιοδεία. Τραγούδια όπως το ομότιτλο, το Run to the Hills και το Hallowed be thy Name θεωρούνται κλασικά heavy metal κομμάτια. Η μπάντα μόλις την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε το επίσης σημαντικά επιτυχημένο Piece of Mind με τις επιτυχίες The Trooper και Flight of Icarus. Νωρίτερα, όμως, ο Clive Burr απολύθηκε από τη θέση του ντράμερ, την οποία διαδέχτηκε ο Nicko McBrain, αποτελώντας έκτοτε αναπόσπαστο μέλος του συγκροτήματος. Η μπάντα συνέχισε ακούραστα τη σύνθεση νέων κομματιών και το 1984 κυκλοφόρησε το Powerslave με επιτυχίες όπως το Aces High, το Two Minutes to Midnight και το 13-λεπτο Rime of the Ancient Mariner. Η περιοδεία που ακολούθησε διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο, με τη μπάντα να συμμετέχει σε μεγάλα φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Το 1986 κυκλοφορεί το Somewhere In Time, με κορυφαία στιγμή το single Wasted Years. Δύο χρόνια αργότερα κυκλοφορεί ο δίσκος Seventh Son of a Seventh Son, ο οποίος έφτασε μέχρι την πρώτη θέση στα βρετανικά charts, δείγμα της μεγάλης απήχησης της μπάντας.

Δεκακετία του '90
Το 1990 αποχώρησε ο κιθαρίστας Adrian Smith, λόγω διαφορών με τον μπασίστα Steve Harris, που αφορούσαν τη μουσική κατεύθυνση της μπάντας. Τη θέση του πήρε ο Janick Gers. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το No Prayer for the Dying με το Bring Your Daughter...To The Slaughter να ξεχωρίζει. Το 1992 κυκλοφορεί το Fear of the Dark με το αγαπημένο ομότιτλο, το Be Quick Or Be Dead, το From Here to Eternity και το Wasting Love να αποτελούν τα singles του δίσκου. Το 1993 ο τραγουδιστής Bruce Dickinson ανακοινώνει πως αποχωρεί από τη μπάντα για να αφοσιωθεί στην προσωπική του καριέρα. Ο αντικαταστάτης του, Blaze Bayley δίχασε τους φίλους της μπάντας. Για το λόγο αυτό, οι δύο δίσκοι που ηχογραφήθηκαν με τη νέα σύνθεση (The X Factor και Virtual XI έλαβαν τη μικρότερη θέση στα charts στην ιστορία της μπάντας. Το 1999 ο Blaze Bayley αποχώρησε από τη μπάντα και η επιστροφή των Bruce Dickinson και Adrian Smith σήμανε την έναρξη της νέας εποχής της μπάντας. Ο Janick Gers παρέμεινε στη μπάντα, έτσι η νέα και τρέχουσα σύνθεση αποτελείται από τους Bruce Dickinson, Steve Harris, Nicko McBrain, Dave Murray, Janick Gers και Adrian Smith.

Δεκαετία του '00
Το 2000 κυκλοφορεί το ντεμπούτο της επιστροφής του Bruce Dickinson, Brave New World, που δέχτηκε θετική ανταπόκριση από τους φίλους της μπάντας. Στα πλαίσια της περιοδείας για την προώθηση του δίσκου, ηχογραφήθηκε και μαγνητοσκοπήθηκε η ζωντανή εμφάνιση της μπάντας στο φεστιβάλ Rock in Rio της Βραζιλίας. Η μπάντα συνέχισε να είναι ενεργή και το καλοκαίρι του 2003 κυκλοφορεί το επίσης πολύ καλό Dance of Death. Το 2005 η μπάντα πραγματοποίησε την Eddie Rips Up the World Tour εκτελώντας ζωντανά υλικό μόνο από τους τέσσερις πρώτους δίσκους της. Την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί το 14ο album της μπάντας με τίτλο A Matter of Life and Death, συνοδευόμενο από μια ακόμα παγκόσμια περιοδεία. Το 2008 όμως η μπάντα πραγματοποίησε την Somewhere Back In Time Tour, το σέτλιστ της οποίας περιλάμβανε υλικό από τους κλασικούς δίσκους της μπάντας (Iron Maiden-Somewhere In Time) και το κομμάτι Fear of the Dark. Στάσεις της μπάντας στην περιοδεία μαγνητοσκοπήθηκαν και κυκλοφόρησαν στο DVD Flight 666.

Δεκαετία του '10 
Το 2010 κυκλοφορεί το The Final Frontier, ο 15ος δίσκος της μπάντας. Η επιτυχία του δίσκου ήταν τεράστια, καθώς έφτασε στην πρώτη θέση των charts σαράντα συνολικά χωρών. Η περιοδεία που ακολούθησε και βρίσκεται σε εξέλιξη περιλαμβάνει σχεδόν εκατό ζωντανές εμφανίσεις σε όλο τον κόσμο και θα ολοκληρωθεί στις 6 Αυγούστου του 2011. Παράλληλα, το single El Dorado χάρισε στην μπάντα το πρώτο της βραβείο Grammy.

http://www.youtube.com/watch?v=Eixbfj0VIWs

Δισκογραφία
 * 1980 - Iron Maiden
 * 1981 - Killers
 * 1982 - The Number Of The Beast
 * 1983 - Piece Of Mind
 * 1984 - Powerslave
 * 1986 - Somewhere In Time
 * 1988 - Seventh Son Of A Seventh Son
 * 1990 - No Prayer For The Dying
 * 1992 - Fear Of The Dark
 * 1995 - The X Factor
 * 1998 - Virtual XI
 * 2000 - Brave New World
 * 2003 - Dance Of Death
 * 2006 - A Matter of Life and Death
 * 2010 - The Final Frontier
 * 2011 - Ikarian liberty

http://en.wikipedia.org/                                       

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Black Sabbath

                                               
Οι Black Sabbath  μαζί με τους Deep Purple και τους Led Zeppelin είναι τα τρία συγκροτήματα που αποτέλεσαν τους δημιουργούς του Hard rock και Heavy metal μουσικού ιδιώματος, ενώ είναι αυτοί, κυρίως, που θεωρούνται το πρώτο Heavy metal συγκρότημα. Μέλη της μπάντας είναι ο Ozzy Osbourne στα φωνητικά, ο Tony Iommi στην κιθάρα, ο Geezer Butler  στο μπάσο και ο Bill Ward στα τύμπανα.
Η Αρχή
Ξεκίνησαν την άνοιξη του 1968 ως Heavy Blues Rock band που ονομαζόταν Earth και τον Αύγουστο του 1969 μετονομάζονται σε Black Sabbath επηρεασμένοι από την ομώνυμη ταινία τρόμου του Boris Karloff που είχε προβληθεί το 1963.
Αρχικά μέλη των Black Sabbath ήταν ο Ozzy Osbourne (φωνητικά), ο Tony Iommi (κιθάρα), ο Geezer Butler (μπάσο) και ο Bill Ward (τύμπανα). Εικάζεται ότι υπήρξαν μέλη του συγκροτήματος ένας πιανίστας και ένας σαξοφωνίστας.
Δεκαετία '70-'79: Οι Black Sabbath με τον Ozzy
Το συγκρότημα κυκλοφόρησε το πρώτο του σινγκλ με τίτλο Evil Woman τον Ιανουάριο του 1970 μέσω της εταιρείας Φοντάνα Fontana Records. Στις 13 Φεβρουαρίου του 1970 κυκλοφορεί το ομώνυμο ντεμπούτο-άλμπουμ του συγκροτήματος (#8 στη Βρετανία, #23 στις Η.Π.Α.) με κλασικά κομμάτια όπως το σκοτεινό ομώνυμο, το The Wizard, το N.I.B. και το The Warning. Οι Black Sabbath και το άλμπουμ τους, κατακρίθηκαν από τον Τύπο της εποχής ως "σκοτεινή και πολύ θορυβώδης μπάντα". Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, το συγκρότημα επέστρεψε στο στούντιο για να ηχογραφήσει το επόμενο άλμπουμ του. Το κομμάτι War Pigs θα έδινε αρχικά το όνομα του στο άλμπουμ, όμως η εταιρεία φοβούμενη την κοινωνική κατακραυγή λόγω του πολέμου του Βιετνάμ ζήτησε να πάρει το όνομα Paranoid, από ένα άλλο κομμάτι του δίσκου. Τον Σεπτέμβριο κυκλοφόρησε το Paranoid σε μορφή σινγκλ και έφθασε στο #4 των βρετανικών τσαρτς. Ένα μήνα αργότερα κυκλοφορεί και το ομώνυμο άλμπουμ και ανεβαίνει στο #1 στη Βρετανία και το #12 στις Η.Π.Α.. Ο εν λόγω δίσκος είναι, πλέον, εφτά φορές πλατινένιος στη Βρετανία και πέντε φορές στις Η.Π.Α.. Πέραν του κλασικού ομώνυμου τραγουδιού, το Paranoid περιείχε τα Iron Man και War Pigs, θρυλικά στις συνειδήσεις των οπαδών του Heavy metal.
Τον Ιούλιο του 1971 κυκλοφορεί το τρίτο, κατά σειρά άλμπουμ τους, με τίτλο Master of Reality (#5 στη Βρετανία, #8 στις Η.Π.Α.). Κομμάτια που δημιουργούν μεγάλη εντύπωση είναι ο heavy metal ύμνος Children of the Grave και το After Forever με στίχους που αναφέρονται στην ψυχή του
ανθρώπου και τη ζωή μετά θάνατον. Μετά από μία μεγάλη περιοδεία και ένα καλό διάλειμμα για το συγκρότημα, κυκλοφορεί τον Σεπτέμβριο του 1972, το Volume 4 (#8 στη Βρετανία, #13 στις Η.Π.Α.), με τα πολύ ντούμ Supernaut, Snowblind και Cornucopia.
http://www.youtube.com/watch?v=Q2xPccGbKls
Τον Νοέμβριο του 1973 κυκλοφορεί το πέμπτο άλμπουμ των Black Sabbath με τίτλο Sabbath Bloody Sabbath (#4 στη Βρετανία, #11 στις Η.Π.Α.) και είναι το πρώτο που έλαβε θετικές κριτικές από τον Τύπο. Από τον δίσκο ξεχωρίζουν τα A National Acrobat, Sabbra Cadabra και το ομώνυμο κομμάτι. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους, εμφανίστηκαν στο California Jam festival μαζί με τους Deep Purple, τους Eagles, τους Black Oak Arkansas και άλλους. Τον Φεβρουάριο του επόμενου έτους ξεκίνησαν δουλειά για τον επόμενο δίσκο τους ο οποίος κυκλοφόρησε την 1 Ιουλίου του 1975 με τίτλο Sabotage (#7 στη Βρετανία, #28 στις Η.Π.Α.). Κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι τα Symptom of the Universe και Megalomania. Την 1 Δεκεμβρίου του 1975 κυκλοφορεί η πρώτη συλλογή του συγκροτήματος με τίτλο We Sold Our Soul for Rock and Roll (#35 στη Βρετανία, #48 στις Η.Π.Α.). Τον Οκτώβριο του 1976 κυκλοφορεί το Technical Ecstasy (#13 στη Βρετανία, #51 στις Η.Π.Α.) με τα πολύ δυνατά You Won't Change Me και Rock 'n' Roll Doctor. Στην περιοδεία του συγκεκριμένου δίσκου, η οποία ξεκίνησε το Νοέμβριο του 1976, βοηθητικά συγκροτήματα στους Black Sabbath ήταν οι Boston και Ted Nugent στις Η.Π.Α. και οι μετέπειτα θρυλικοί AC/DC στην Ευρώπη.
Τον Οκτώβριο του 1977, ο Ozzy Osbourne παραιτήθηκε από το συγκρότημα λόγω δύσκολων καταστάσεων που περνούσε στη ζωή του. Οι υπόλοιποι Black Sabbath αποφάσισαν να τον αντικαταστήσουν με τον Dave Walker των Savoy Brown. Τρεις μήνες αργότερα, ο Ozzy αποφάσισε να επιστρέψει στο συγκρότημα. Τον Οκτώβριο του 1978, θα κυκλοφορήσουν το μετριότερου άλμπουμ τους στη δεκαετία του '70, το Never Say Die (#12 στη Βρετανία, #69 στις Η.Π.Α.). Το σινγκλ Never Say Die έφτασε στο #21 των βρετανικών τσαρτς, το πρώτο μετά το Paranoid που κατάφερε να μπει στον βρετανικό κατάλογο επιτυχιών. Το 1979, οι Black Sabbath είχαν φτάσει στο σημείο να μην μπορούν πλέον να συνυπάρξουν, κυρίως λόγω του υπερβολικού εθισμού του Ozzy στα ναρκωτικά. Αποφάσισαν να τον απολύσουν και να προσλάβουν στη θέση του τον πρώην τραγουδιστή των Rainbow, Ronnie James Dio.
Η εποχή Ronnie James Dio
Ο τελείως διαφορετικός στη φωνή από τον Ozzy, Ronnie James Dio μπήκε στο στούντιο αμέσως μετά την ένταξη του στη μπάντα το καλοκαίρι του 1979. Τον Σεπτέμβριο, ο Geezer Butler αποχώρησε για τέσσερις μήνες,τον αντικατέστησε ο Geoff Nicholls,για να επιστρέψει τον Ιανουάριο του 1980. Τον Απρίλιο του 1980 κυκλοφορεί το Heaven and Hell (#9 στη Βρετανία, #28 στις Η.Π.Α.) με το σινγκλ Neon Knights να φτάνει στο #22 στη Βρετανία. Καλύτερα κομμάτια του δίσκου ήταν τα Neon Knights, Childen of the Sea, Heaven and Hell και Die Young. Μία ξεχωριστή περιοδεία πραγματοποιήθηκε εκείνη τη χρονιά, καθώς Black Sabbath παρουσίασαν ένα φοβερό πακέτο μαζί με τους θρύλους της hard rock, Blue Oyster Cult. Τον Αύγουστο του 1980 ο Bill Bard αποχωρεί από τους Black Sabbath για λόγους υγείας και αντικαθίσταται από τον Vinny Appice. Τον Οκτώβριο του 1981 κυκλοφορεί το δεύτερο άλμπουμ του Dio με το συγκρότημα, το Mob Rules (#12 στη Βρετανία, #29 στις Η.Π.Α.) με τα Falling off the edge of the World και The Sign of the Southern Cross να ξεχωρίζουν. Τον Νοέμβριο του 1982, ο Dio αποχώρησε από τη μπάντα για να ξεκινήσει σόλο καριέρα. Την θέση του τραγουδιστή πήρε ο θρυλικός τραγουδιστής των Deep Purple, Ian Gillan. Ένα μήνα αργότερα κυκλοφορεί το ζωντανό άλμπουμ Live Evil (#13 στη Βρετανία, #37 στις Η.Π.Α.).
Η δωδεκαετία 1983-1995
Με τον Gillan στα φωνητικά, οι Black Sabbath θα κυκλοφορήσουν στις 7 Αυγούστου του 1983, το πολύ μέτριο Born Again (#4 στη Βρετανία, #39 στις Η.Π.Α.) με τον Bill Bard στα τύμπανα. Μετά την περιοδεία για την προώθηση του δίσκου, ο Ian Gillan αποφάσισε να επιστρέψει στους Deep Purple και στη θέση του οι υπόλοιποι Black Sabbath προσέλαβαν τον άσημο David Donato. Απογοητευμένος με το ηχητικό αποτέλεσμα της νέας σύνθεσης, αποχωρεί από το συγκρότημα ο Geezer Butler τον Νοέμβριο του 1984 και στη θέση του ήρθε ο Dave Spitz, λίγους μήνες μετά την αποχώρηση και του Bill Bard και την ένταξη του Bev Bevan στα ντραμς. Η αντίδραση του οδήγησε τους υπόλοιπους να προβούν σε αντικατάσταση του Donato με τον πρώην μπασίστα/τραγουδιστή των Deep Purple Glenn Hughes τον Σεπτέμβριο του 1985. Η αρχική σύνθεση του γκρουπ επανενώθηκε για το φιλανθρωπικό φεστιβάλ Live Aid στις 13 Ιουλίου του 1985 για μία και μόνο εμφάνιση. Τον Φεβρουάριο του 1986 κυκλοφορεί το The Seventh Star (#27 στη Βρετανία, #78 στις Η.Π.Α.) και ένα μήνα αργότερα ο Χιούγκς αποχωρεί για να δώσει το μικρόφωνο στον Ray Gillen με τον οποίο θα τελειώσουν την περιοδεία για την προώθηση του τελευταίου τους δίσκου.
Στη θέση του Bev Bevan στα ντραμς ήρθε ο Eric Singer τον Σεπτέμβριο του 1985 και οι Black Sabbath μπήκαν στο στούντιο για να δουλέψουν πάνω στον επόμενο δίσκο τους. Ενώ το συγκρότημα ετοίμαζε τον καινούριο δίσκο, ο Gillen αποχώρησε για να δημιουργήσει τους Blue Murder και τη θέση του πήρε ο Tony Martin. Τον Δεκέμβριο του 1987 κυκλοφορεί το The Eternal Idol (#66 στη Βρετανία, #168 στις Η.Π.Α.). Στην περιοδεία του το συγκρότημα επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα και έπαιξε στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Τον Απρίλιο του 1989 κυκλοφορεί το πολύ καλό Headless Cross (#31 στη Βρετανία, #115 στις Η.Π.Α.) με τον σπουδαίο Cozy Powell στα τύμπανα. Τη θέση του μπασίστα στο συγκρότημα πήρε ο Neil Murray και οι Black Sabbath ξεκίνησαν την περιοδεία για την προώθηση του δίσκου. Το Φεβρουάριο του επόμενου έτους η μπάντα επέστρεψε στο στούντιο για την ηχογράφηση του Tyr, το οποίο θα κυκλοφορήσει τον Αύγουστο του 1990 (#24 στη Βρετανία, #117 στις Η.Π.Α.). Τον Οκτώβριο επέστρεψε ο Vinny Appice και τον Απρίλιο του 1991 ο Geezer Butler και ο Ronnie James Dio  επανενώνουν τις δυνάμεις τους με το συγκρότημα για να κυκλοφορήσουν το Dehumanizer, τον Ιούνιο του 1992 (#28 στη Βρετανία, #44 στις Η.Π.Α.). Στην περιοδεία για το άλμπουμ, ο Ozzy Osbourne προσκάλεσε το συγκρότημα να ανοίξει μία συναυλία στην αμερικανική περιοδεία του. Ο Dio αρνήθηκε και αποχώρησε για δεύτερη φορά από τους Black Sabbath. Στη θέση του, τραγούδησε ο Rob Halford των Judas Priest ο οποίος εμφανίστηκε επί σκηνής για δύο συναυλίες στις 14 και 15 Νοεμβρίου στο Oakland των Η.Π.Α., ενώ τη δεύτερη βραδιά ο Ozzy εμφανίστηκε με τους υπόλοιπους για τέσσερα τραγούδια.
Την αποχώρηση του Ronnie James Dio ακολούθησε και αυτή του Vinny Appice τον οποίο αντικατέστησε ο πρώην ντράμερ των Rainbow Bobby Rondinelli, ενώ στα φωνητικά επανήλθε ο Tony Martin. Τον Ιανουάριο του 1994, κυκλοφορούν το Cross Purposes (#41 στη Βρετανία, #122 στις Η.Π.Α.), με τον Geoff Nicholls στα πλήκτρα να αναγνωρίζεται πλέον ως επίσημο μέλος της μπάντας. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους αποχωρεί ο Bobby Rondinelli για να αντικατασταθεί αρχικά από τον Bill Ward για κάποιες συναυλίες στη Νότια Αμερική, και στο τέλος της χρονιάς από τον Cozy Powell, ενώ τη θέση του αποχωρήσαντα Geezer Butler (έφυγε λόγω διαμαχών με τον  Tony Iommi) πήρε για άλλη μια φορά ο Neil Murray. Τον Ιούνιο του 1995 κυκλοφορούν το Forbidden (#71 στη Βρετανία, #199 στις Η.Π.Α.) και περιοδεύουν μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.
Η επιστροφή του Ozzy.
Μετά το τέλος και της περιοδείας για το Forbidden, οι Black Sabbath παραμένουν ανενεργοί μέχρι το Μάϊο του 1997. Τότε επιστρέφουν στο συγκρότημα ο Ozzy Osbourne και ο Geezer Butler  και με τον Mike Bordin στα τύμπανα και τον αιώνιο κιθαρίστα του συγκροτήματος, Tony Iommi , σχηματίζουν τη νέα σύνθεση των Black Sabbath. Στις 11 Νοεμβρίου επανήλθε στο συγκρότημα και ο ντράμερ Bill Ward στη θέση του Mike Bordin και στις 4 και 5 Δεκεμβρίου του 1997 έδωσαν τις πρώτες τους συναυλίες μαζί, μετά από δεκαπέντε χρόνια, στο Birmingham NEC, στη γενέτειρα του συγκροτήματος. Στις 20 Οκτωβρίου του 1998, οι δύο αυτές συναυλίες θα κυκλοφορήσουν στο διπλό ζωντανό άλμπουμ Reunion (#41 στη Βρετανία, #11 στις Η.Π.Α.). Στις 21 Μαίου του 1998, ο Bill Ward έπαθε καρδιακή προσβολή και αντικαταστάθηκε ως το τέλος της χρονιάς από τον Vinny Appice. Τον Αύγουστο του 2002 κυκλοφορεί το διπλό live Past Lives (#114 στις Η.Π.Α.) με ζωντανές ηχογραφήσεις από τη δεκαετία του '70, ενώ περιελάμβανε και το ανεπίσημο ζωντανό άλμπουμ Live at Last, που είχε εκδοθεί το 1980 (#5 στη Βρετανία).
Τον Ιούνιο του 2004, το πέμπτο μέλος του συγκροτήματος,Geoff Nicholls (πλήκτρα) αντικαθίσταται από τον Adam Wakeman. Στις 25 Ιουνίου του 2005, οι Black Sabbath εμφανίζονται για δεύτερη φορά στην Ελλάδα, στο Rockwave festival μπροστά σε 30.000 οπαδούς τους. Στις 13 Μαρτίου του 2006, οι Μπλακ Σάμπαθ θα γίνουν και επισήμως, μέλος του Rock 'n' Roll Hall of Fame και την αμέσως επομένη κυκλοφορεί η συλλογή Greatest Hits 1970-1978 (#96 στις Η.Π.Α.).
Η νέα εποχή Dio
Τον Μάρτιο του 2006, ο Ronnie James Dio θα επιστρέψει στο συγκρότημα, (παρόλο που η επίσημη σύνθεση του θεωρούνται ακόμη οι Osbourne/Iommi/Butler/Ward) για ένα νέο πρότζεκτ με τίτλο Heaven and Hell. Το 2007 η εταιρεία τους θα κυκλοφορήσει τη συλλογή The Dio Years (#54 στις Η.Π.Α.) και η νεοσύστατη μπάντα θα περιοδεύσει με τον Vinny Appice για άλλη μια φορά, στα τύμπανα. Το 2009, κυκλοφόρησε το νέο άλμπουμ των Heaven and Hell με τίτλο The Devil You Know (#21 στη Βρετανία, #8 στις Η.Π.Α.). Ο Tony Iommi δήλωσε "ότι και να κάνουμε είναι στην ουσία  Black Sabbath, είτε έχει την ονομασία  Black Sabbath είτε Heaven and Hell. Πάντως επισήμως,  Black Sabbath θεωρείται η κλασική σύνθεση του συγκροτήματος.
Δισκογραφία
Στούντιο
1970 - Black Sabbath
1971 (ΗΠΑ)-1970 (Ηνωμένο Βασίλειο) - Paranoid
1971 - Master of Reality
1972 - Black Sabbath, Vol. 4
1974 (ΗΠΑ)-1973 (Ηνωμένο Βασίλειο) - Sabbath Bloody Sabbath
1975 - Sabotage
1976 - Technical Ecstasy
1978 - Never Say Die!
1980 - Heaven and Hell
1981 - Mob Rules
1983 - Born Again
1986 - Seventh Star
1987 - The Eternal Idol
1989 - Headless Cross
1990 - TYR
1992 - Dehumanizer
1994 - Cross Purposes
1995 - Forbidden
Live
1982 - Live Evil
1995 - Cross Purposes Live
1998 - Reunion
2002 - Past Lives
2007 - Live at Hammersmith Odeon
Συλλογές
1976 (ΗΠΑ)-1975 (Ηνωμένο Βασίλειο) - We Sold Our Soul for Rock 'n' Roll
1996 - The Sabbath Stones
2002 - Symptom of the Universe: The Original Black Sabbath 1970-1978
2004 - Black Box: The Complete Original Black Sabbath (1970-1978)
2006 - Greatest Hits 1970-1978
2007 - Black Sabbath: The Dio Years
2008 - The Rules of Hell
Πηγές
    * www.black-sabbath.com
    * www.sabbath.se
    * www.chartstats.com
    * www.black-sabbath.de
    * www.sabbathlive.com

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

AC/DC

AC/DC

 

Οι AC/DC είναι ένα rock γκρουπ (οι ίδιοι πάντα κατηγοριοποιούσαν την μουσική τους ως Rock n Roll) που δημιουργήθηκαν στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας το 1973 από τους Σκωτσέζικης καταγωγής αδερφούς Angus και Malcolm Young. Θεωρούνται από τους πρωτοπόρους της hard rock μουσικής μαζί με τους Black Sabbath, Deep Purple, Led Zeppelin, Thin Lizzy και άλλους.
Από το πρώτο τους άλμπουμ το High Voltage το 1975
www.youtube.com/watch?v=z_MG1ZQtc50
η πορεία τους στον χώρο της hard rock μουσικής είναι ανοδική με αποκορύφωμα το άλμπουμ Back in Black το 1980.
www.youtube.com/watch?v=Tc0jId76UO0&feature=related
Έκτοτε είχαν αρκετά «σκαμπανεβάσματα». Επανήλθαν στα top το 1990 με το άλμπουμ The Razors Edge.
www.youtube.com/watch?v=6hi7v9ljr-Y
Σημείο αναφοράς πάντως όλα αυτά τα χρόνια είναι οι συναυλίες τους. Από τον Angus Young που τρέχει ασταμάτητα στην σκηνή ως την τεράστια φουσκωτή "Rossie", και από τα κανόνια του "For Those About To Rock" ως την καμπάνα του "Hells Bells" οι AC/DC έχουν να επιδείξουν στους φίλους της rock μουσικής ένα απίστευτο θέαμα. Οι AC/DC μετά από απουσία 5 χρόνων (η τελευταία τους συναυλία ήταν στις 21 Οκτωβρίου 2003 στο Λονδίνο) ξεκίνησαν περιοδεία σε όλο τον κόσμο για την προώθηση του νέου τους άλμπουμ που είχε τίτλο "Black Ice",και η οποία άρχισε στις 23 Οκτωβρίου του 2008 από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ευρωπαϊκή περιοδεία ξεκίνησε στις 18 Φεβρουαρίου στο Όσλο και τελείωσε στις 30 Ιουνίου στην Γλασκόβη .Μετά επέστρεψαν στις Η.Π.Α για άλλες 15 συναυλίες ενώ το 2010 τους βρίσκει να επιστρέφουν στην Αυστραλία όπου έδωσαν και εκεί 11 συναυλίες. Μάλιστα έχουν κάνει ρεκόρ πώλησης εισιτηρίων με 500.000 να εξαφανίζονται μέσα σε 15 λεπτά!
Τα εισιτήρια στις περισσότερες πόλεις της περιοδείας τους ήταν sold out.
Οι AC/DC στις 28 Μαΐου 2009 βρέθηκαν για πρώτη και μοναδική φορά στην Ελλάδα. Η συναυλία τους έγινε στο Ολυμπιακό Στάδιο - "Σπύρος Λούης" του Αμαρουσίου.

Όνομα

Το όνομα τους σημαίνει εναλλασσόμενο ρεύμα και συνεχές ρεύμα (Alternating Current/Direct Current). Το εμπνεύστηκε η αδερφή τους Margaret από την ετικέτα της ραπτομηχανής της.
Παρόλο που διάφορες θρησκευτικές οργανώσεις κατά καιρούς έδιναν άλλες ερμηνείες στην ονομασία τους όπως "Anti-Christ/Devil's Child" και τους θεωρούσαν σατανιστές, το συγκρότημα πάντα τις διέψευδε.
Ο Malcolm Young ανέφερε πως έμαθαν από έναν οδηγό ταξί μια διαφορετική ερμηνεία του ονόματός τους, όταν εκείνος αναρωτήθηκε αν τα μέλη του γκρουπ είναι ομοφυλόφιλοι, εξηγώντας πως AC/DC σημαίνει επίσης αμφισεξουαλικότητα σε κάποιες χώρες. Στην αρχή σκέφτηκαν να αλλάξουν το όνομά τους, αλλά στη συνέχεια αποφάσισαν πως θα ήταν καλύτερο να το αφήσουν ως είχε και να διαπιστώσουν αν ο κόσμος θα τους μάθαινε μέσω της μουσικής τους.

Ιστορία

Το 1963 οι William και Margaret Young αποφασίσανε να μεταναστεύσουν από την Γλασκόβη της Σκωτίας στην Αυστραλία παίρνοντας μαζί τους τα 4 από τα 5 παιδιά τους. Τους George, Margaret, Malcolm και Angus (πίσω έμεινε μόνο ο μεγάλος τους γιος Alex).
Φίλοι της μουσικής οι Alex και George ήταν η αιτία που οι μικρότεροι Malcolm και Angus επηρεάστηκαν και θέλησαν να ακολουθήσουν τα βήματα τους.
Ο Alex ήταν μπασίστας στο γκρουπ Grapefruit ενώ ο George έπαιζε ρυθμική κιθάρα στους Easybeats. Ο δεύτερος μάλιστα ήταν η αφορμή να ασχοληθούν με το Rock n Roll όταν το συγκρότημα του, την άνοιξη του 1967,έφτασε την 1η θέση του Αυστραλιανού Top και 16η του Αμερικάνικου με το τραγούδι Friday On My Mind.

Το ξεκίνημα

Τα αδέρφια Malcolm και Angus Young μετά την επιτυχία του αδερφού τους αποφασίσανε να παρατήσουν το σχολείο και να ασχοληθούν με την μουσική. Ο Malcolm ξεκίνησε να παίζει με τους The Velvet Underground (καμία σχέση με τους γνωστούς Velvet Underground), ενώ ο Angus στους Kentuckee.
Τον Νοέμβριο του 1973 ο 20χρονος Malcolm πρότεινε στον 18χρονο αδερφό του Angus να τον ακολουθήσει ως βασικός κιθαρίστας το γκρουπ που έφτιαχνε και που αποτελούνταν από τους Dave Evans στα φωνητικά, Colin Burgess στα ντραμς και Larry Van Kriedt στο μπάσο.
Τον επόμενο μήνα παίξανε σε κοινό στην περιοχή Chequers του Σίδνεϊ και μάλιστα την παραμονή πρωτοχρονιάς. Έπαιξαν κομμάτια του Chuck Berry (από τον οποίο επηρεάστηκαν περισσότερο), των Beatles, Rolling Stones, Free και δυο δικά τους. Αυτή ήταν η πρώτη εμφάνιση των AC/DC.
Το πρώτο τους βήμα στην δισκογραφία έγινε με την βοήθεια του αδερφού τους George Young και του φίλου του Harry Vanda που μετά την διάλυση των Easybeats έστησαν την δισκογραφική εταιρία Albert Productions και αποφασίσανε να ηχογραφήσουν τους AC/DC.
Το πρώτο single είναι γεγονός και περιέχει τα κομμάτια Can I Sit Next To You και Rockin’ In The Parlour.
Ηχογραφήθηκε τον Φεβρουάριο του 1974 αλλά κυκλοφόρησε στις 22 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς ενώ μερικές μέρες αργότερα κυκλοφόρησε και το video clip του Can I Sit Next To You. Η καθυστέρηση οφείλεται στο γεγονός ότι αλλάξανε πολλοί μπασίστες και ντράμερ όλο αυτό το διάστημα.
Η μεγάλη αλλαγή έγινε όμως στην θέση του τραγουδιστή ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του single. Οι αδερφοί Young απέλυσαν τον Dave Evans λόγω του γεγονότος ότι χρησιμοποιούσε makeup, φορούσε πολύχρωμα κασκόλ και ψηλοτάκουνες μπότες και γενικά το στυλ του είχε επιρροές από glam rock και όχι rock n roll.

Bon Scott

H αναζήτηση νέου τραγουδιστή δεν κράτησε καιρό. Πριν ακόμη φύγει ο Evans οι αδερφοί Young είχαν δοκιμάσει τον μέχρι πρότινος οδηγό τους, τον Ronald Belford Scott.
Ο Σκωτσέζικης καταγωγής Bon Scott βρέθηκε στην Αυστραλία μετανάστης με την οικογένεια του το 1952. Έχοντας εμπειρία από τα γκρουπ The Spectors, The Valentines και τους Fraternity δεν δυσκολεύτηκε να πείσει για της φωνητικές του ικανότητες τους αδερφούς Young. Και ήταν ότι ακριβώς έψαχναν. Είχε ουρλιαχτό, μελωδία, συναίσθημα και αυτό που εντυπωσίαζε περισσότερο ήταν η παρουσία του στην σκηνή.
Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1974 ο 26χρονος Bon Scott γίνεται επίσημα ο νέος τραγουδιστής των AC/DC και εμφανίζεται πρώτη φορά μερικές μέρες αργότερα στο Brighton-Le-Sands Masonic Hall του Σίδνεϊ.

Πρώτα άλμπουμ, πρώτες επιτυχίες

Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς οι AC/DC δουλεύουν στο πρώτο τους άλμπουμ. Στις ηχογραφήσεις βοήθησε ο George Young παίζοντας μπάσο, ενώ στα κομμάτια έπαιξαν επίσης 3 διαφορετικοί ντράμερ!Οι ηχογραφήσεις κράτησαν μόλις 10 μέρες.
Αποφάσισαν όμως πριν βγει στην κυκλοφορία το άλμπουμ να έχουν έναν μόνιμο ντράμερ. Έτσι προσελήφθη ο Αυστραλός Phil Rudd με θητεία στους Buster Brown.
Στις 17 Φεβρουαρίου του 1975 κυκλοφορεί σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία το πρώτο άλμπουμ των AC/DC, το High Voltage. Στις 3 Μαρτίου κυκλοφόρησαν single που περιείχε τα Love Song και Baby Please Don’t Go, το οποίο παρόλο που είναι διασκευή του Big Joe Williams έφτασε στο Top-10 των Αυστραλιανών charts, ενώ τον ίδιο μήνα προσέλαβαν τον μπασίστα Mark Evans. Τον Ιούνιο το High Voltage έχει γίνει χρυσό στην Αυστραλία.
Ένα μήνα αργότερα οι AC/DC μπαίνουν στο στούντιο για την ηχογράφηση του δεύτερου άλμπουμ τους πάλι με παραγωγούς τους George Young και Harry Vanda. To Τ.Ν.Τ. κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1975 και παράλληλα οι AC/DC υπογράφουν συμβόλαιο με την Atlantic Records, ενώ μέχρι τα τέλη του χρόνου το High Voltage έχει γίνει τρεις φορές χρυσό και οι AC/DC χαρακτηρίζονται ως το κορυφαίο γκρουπ της Αυστραλίας.
Η επιτυχία συνεχίζεται αμείωτα κι έτσι ο Ιανουάριος του 1976 βρίσκει τους AC/DC και πάλι στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το επόμενο τους άλμπουμ. Τον Φεβρουάριο το Τ.Ν.Τ. είναι Νο.2 στα charts της Αυστραλίας και τον Μάρτιο έχει γίνει τρεις φορές χρυσό.
Τον Απρίλιο το συγκρότημα πηγαίνει στο Λονδίνο για μερικές εμφανίσεις, αλλά τελικά παραμένουν λόγω της τεράστιας επιτυχίας τους. Έτσι μια νέα έκδοση του High Voltage κυκλοφορεί και στην Αγγλία, όπου περιέχει κομμάτια και από το T.N.T. τον Μάιο του 1975.
Το καλοκαίρι βρίσκει το συγκρότημα σε συναυλίες στην Ευρώπη και τον Σεπτέμβριο κυκλοφορεί το τρίτο τους άλμπουμ από την Albert μόνο στην Αυστραλία. Ο τίτλος του είναι Dirty Deeds Done Dirt Cheap, ενώ η Ευρωπαϊκή έκδοση του High Voltage κυκλοφορεί πια και στις Η.Π.Α.
Τον Νοέμβριο το Dirty Deeds Done Dirt Cheap κυκλοφορεί και στην Μεγάλη Βρετανία, αλλά απορρίπτεται από τις Η.Π.Α. Εκεί θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του 1981.
Τον Ιανουάριο του 1977 οι AC/DC ηχογραφούν για τελευταία φορά με την Albert μέχρι το 2001 (κυκλοφόρησαν στην Αυστραλία άλλη μια έκδοση του Stiff Upper Lip, που περιείχε και μερικά live κομμάτια της περιοδείας). Στις 21 Μαρτίου στην Αυστραλία και στις 23 Ιουνίου στις Η.Π.Α. κυκλοφορεί το Let There Be Rock.
Τον Μάρτιο του 1977 μετά από διαμάχες με τον Angus Young απολύεται ο μπασίστας Mark Evans και την θέση του παίρνει ο Άγγλος Cliff Williams, ο οποίος είχε ιδρύσει τους Home και είχε παίξει και με τους Bandit. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς το συγκρότημα παίζει για πρώτη φορά στην Νέα Υόρκη.
Με παραγωγούς τους George Young και Harry Vanda τον Φεβρουάριο του 1978 ηχογραφούν το Powerage, το οποίο βγαίνει στην κυκλοφορία τον ερχόμενο Μάιο. Στις 30 Απριλίου, όμως, έγιναν και οι ηχογραφήσεις για το πρώτο live άλμπουμ τους, το If You Want Blood (You Got It), στο Apollo Theatre της Γλασκόβης το οποίο κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.
Οι AC/DC όλο αυτό το διάστημα έχουν παίξει με τους Black Sabbath, REO Speedwagon, Kiss, Styx, Aerosmith, Blue Oyster Cult, Cheap Trick, Alice Cooper, Foreigner, Van Halen, Ted Nugent, UFO, Thin Lizzy κ.α. ενώ όλα δείχνουν πως η κατάκτηση της κορυφής δεν είναι μακριά...
Οι 4 πρώτοι μήνες του 1979 βρίσκουν τους AC/DC να δουλεύουν πάνω στο έκτο στούντιο άλμπουμ τους. Ο τίτλος στην αρχή δεν άρεσε στην δισκογραφική εταιρία, αλλά οι αδερφοί Young αποφάσισαν πως η ονομασία του δίσκου δεν θα άλλαζε. Έτσι, στα τέλη του Ιουλίου, το Highway To Hell(Λεωφόρος προς την κόλαση) κυκλοφορεί σε ολόκληρο τον κόσμο και ήδη στις αρχές του Αυγούστου είναι μέσα στα Top-20 σε Μεγάλη Βρετανία και Η.Π.Α., ενώ οι πωλήσεις του άλμπουμ μέχρι τον Οκτώβριο του 1979 μόνο στις Η.Π.Α έχουν φτάσει στα 500.000 αντίτυπα.
Ο τίτλος του άλμπουμ, το εξώφυλλο του και τα «κέρατα» του Angus στις συναυλίες έδωσαν το έναυσμα σε διάφορους να πιστεύουν πως οι AC/DC είναι σατανιστές. Το συγκρότημα παρέπεμψε τους επικριτές τους στους στίχους του ομώνυμου κομματιού λέγοντας πως δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα δίσκο αφιέρωμα στις συνεχόμενες συναυλίες και στον σκληρό δρόμο της επιτυχίας μέχρι την κατάκτηση της κορυφής.

Ο θάνατος του «αδερφού»

Το συγκρότημα AC/DC ήταν πάντα υπόθεση οικογενειακή. Όμως, το κοινό στοιχείο της μετανάστευσης από την Σκωτία στην Αυστραλία για τους αδερφούς Young και του Bon Scott ήταν κάτι που τους είχε δέσει ως αδέρφια.
Έτσι, το πρωινό της Τρίτης της 19ης Φεβρουαρίου 1980, η είδηση του θανάτου του Bon Scott έπεσε σαν κεραυνός στο συγκρότημα. Ο Angus ήταν ο πρώτος που το έμαθε και ενημέρωσε και τα υπόλοιπα μέλη.
Ο Bon το προηγούμενο βράδυ είχε βγει με έναν φίλο του να πιει μερικά ποτά στο κέντρο του Λονδίνου. Κάτι, που ήταν απολύτως φυσιολογικό για έναν rocker που βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του. Άλλωστε ο Bon πάντα έπινε κάτι παραπάνω, αλλά χωρίς ποτέ να ξεφεύγει. Ο φίλος του στην αρχή τον οδήγησε στο σπίτι, αλλά επειδή ο Bon δεν σηκωνόταν, εκείνος πήγε σπίτι του και άφησε τον Bon να κοιμηθεί στο αυτοκίνητο.
Το πρωί που σηκώθηκε είδε τον Bon να πνίγεται από εισρόφηση, λόγω της στάσης που είχε το κεφάλι του. Λίγο πριν φτάσει στο νοσοκομείο Kings o Bon Scott ξεψύχησε. Ήταν μόλις 33 χρονών.

Η κατάκτηση της κορυφής

Πριν τον θάνατο του Bon Scott οι αδερφοί Young δούλευαν στο επόμενο άλμπουμ τους. Το μόνο, που έλειπε ήταν τα φωνητικά. Μετά το τραγικό συμβάν σταμάτησαν τα πάντα και φρόντισαν να βρίσκονται κοντά στην οικογένεια του Bon.
Σκεφτόταν να συνεχίσουν, αλλά δεν είχαν το κουράγιο. Όμως, οι γονείς του Bon ήταν αυτοί, που τους ενθάρρυναν, ώστε το συγκρότημα να μην διαλυθεί. Άλλωστε και ο ίδιος ο Bon δεν θα το ήθελε να συμβεί με αυτό τον τρόπο.
Έτσι, με την ευλογία των γονιών του Bon, ξεκίνησαν την αναζήτηση του επόμενου τραγουδιστή τους. Ο παραγωγός τους Mutt Lange είχε αναφέρει το όνομα του Brian Johnson από τους Geordie. Επίσης ένας fan του συγκροτήματος από το Κλίβελαντ είχε στείλει γράμμα στους AC/DC και τους πρότεινε να ακούσουν τον Johnson γράφοντας τους πως είναι ο κατάλληλος. Έτσι αποφασίσανε να τον δοκιμάσουν.
Στην ακρόαση ο Johnson ζήτησε να τραγουδήσει το Nutbush City Limits της Tina Turner και οι αδερφοί Young το δικό τους Whole Lotta Rosie. Στις 8 Απριλίου 1980, συμπληρώθηκαν 50 μέρες από τον θάνατο του Bon Scott και οι AC/DC ανακοινώνουν τον Brian Johnson ως νέο τους τραγουδιστή.
Μια απόφαση, που εξέπληξε, όμως, τους φίλους των AC/DC, ήταν να ηχογραφήσουν το επόμενό τους άλμπουμ στις Μπαχάμες. Έτσι στα μέσα Απριλίου το συγκρότημα μετακόμισε στην πόλη Nassau και στα Compass Point Studios ξεκίνησαν να δουλεύουν για το έβδομο άλμπουμ τους.
Το ίδιο το συγκρότημα δικαιολόγησε αυτή την απόφαση με το ότι ήθελαν να είναι όλοι μαζί και να δουλεύουν όλοι μαζί, να μην επηρεάζονται από εξωτερικούς παράγοντες και να μπορεί και ο ίδιος ο Johnson να προσαρμοστεί πιο γρήγορα. Και γι’ αυτό, όταν τελείωσαν οι ηχογραφήσεις, πριν κυκλοφορήσουν το άλμπουμ έκαναν μια συναυλία ντεμπούτο για τον Brian στο Βέλγιο.
Στα μέσα Ιουλίου του 1980 το συγκρότημα ξεκινάει περιοδεία σε Η.Π.Α. και Καναδά για την προώθηση του νέου τους άλμπουμ, το οποίο θα έχει κυκλοφορήσει σε ολόκληρο τον κόσμο μέχρι τα μέσα Αυγούστου.
Ο τίτλος του είναι Back In Black.
Το μαύρο εξώφυλλο του είναι σημάδι πένθους για τον αδικοχαμένο Bon Scott, ενώ το τραγούδι "Have A Drink On Me" είναι αφιερωμένο στον μέχρι πρόσφατα τραγουδιστή του συγκροτήματος.
Μέχρι τον Νοέμβριο του 1980 το Back In Black είχε πουλήσει 10 εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι μάλιστα το Νο.2 άλμπουμ όλων των εποχών σε πωλήσεις με περισσότερα από 42 εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ είναι το Νο.1 σε πωλήσεις από συγκρότημα.

Μια άσχημη δεκαετία

Η μεγάλη επιτυχία του Back In Black οδήγησε και το επόμενο άλμπουμ του συγκροτήματος στην κορυφή. Το For Those About To Rock (We Salute You) ηχογραφήθηκε τον Ιούλιο του 1981 και κυκλοφόρησε στις 23 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς σε ολόκληρο τον κόσμο.
Είναι μάλιστα το πρώτο άλμπουμ των AC/DC που έφτασε στο Νο.1 των Αμερικάνικων charts, ενώ έφτασε στο Νο.3 στην Μεγάλη Βρετανία.
Σχεδόν ενάμιση χρόνο αργότερα το συγκρότημα επέστρεψε στις Μπαχάμες για να ηχογραφήσει το επόμενό τους άλμπουμ και μάλιστα με δική τους παραγωγή. Έχει τίτλο Flick OF The Switch και κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1983 σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό, που έκανε, όμως, εντύπωση ήταν ο διωγμός του ντράμερ Phil Rudd.
Βέβαια, οι σχέσεις του με τον Malcolm ήταν τεταμένες και ήταν θέμα χρόνου η απόλυση του, όταν μάλιστα ο Phil, μην μπορώντας να ξεπεράσει τον χαμό του Bon Scott, είχε ξεπέσει σε διάφορες ουσίες.
Ο αντικαταστάτης του ήταν ο Άγγλος Simon Wright με θητεία στους Α ΙΙ Ζ.
Έτσι, φτάνουμε στον Οκτώβριο του 1984, που το συγκρότημα ξεκινάει και πάλι ηχογραφήσεις, αλλά παράλληλα κυκλοφορεί και ένα μίνι άλμπουμ με 5 τραγούδια, που είχαν ηχογραφήσει την περίοδο 1974-1976 και έχει τίτλο ’74 Jailbreak.
28 Ιουνίου κυκλοφορεί το δεύτερο –και τελευταίο- άλμπουμ με παραγωγούς τα μέλη του συγκροτήματος. Το Fly On The Wall για πολλούς θεωρείται το χειρότερο άλμπουμ τους μέχρι σήμερα.
Και δυστυχώς και η συνέχεια δεν είναι καλύτερη.

Η αποχώρηση του Malcolm

Το μόνο θετικό όλα αυτά τα χρόνια για το συγκρότημα των AC/DC ήταν οι sold out συναυλίες τους. Αλλά τα προβλήματα δεν σταματάνε.
Τον Αύγουστο του 1987 το συγκρότημα ξαναμπαίνει στο στούντιο για να αρχίσει τις ηχογραφήσεις του επόμενου άλμπουμ, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1988. Έχει τίτλο Blow Up Your Video.
Κατά την διάρκεια, όμως, της περιοδείας για την προώθηση του Blow Up Your Video ο Malcolm αποχώρησε από το συγκρότημα λόγω προβλημάτων αλκοολισμού. Την θέση του στις περιοδείες πήρε ο ανιψιός του Stevie Young, ενώ ο Malcolm ξεκίνησε την απεξάρτηση του από το αλκοόλ με την βοήθεια των ανωνύμων αλκοολικών.
Στο τέλος της περιοδείας αποχώρησε και ο ντράμερ Simon Wright για να συνεχίσει την καριέρα του στην μπάντα του Ronnie James Dio.

Και πάλι στην κορυφή

Με την επιστροφή του Malcolm το συγκρότημα άρχισε να δουλεύει στο επόμενο του άλμπουμ αφού πρώτα αντικατέστησε τον Wright στην θέση του ντράμερ με τον Chris Slade, ο οποίος είχε εμπειρία με γκρουπ όπως τους Uriah Heep, Gary Moore και άλλους.
Με παραγωγό τον Bruce Fairbairn και δουλεύοντας από τα τέλη του 1989 μέχρι τον Ιούνιο του 1990 οι AC/DC κατάφεραν να φτιάξουν ένα άλμπουμ αντάξιο της ιστορίας τους. Το The Razors Edge κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1990, και μέχρι τον Οκτώβριο μόνο στις Η.Π.Α. έχει πουλήσει 3 εκατομμύρια αντίτυπα και έχει φτάσει στο Νο.2 στα charts, ενώ έχει φτάσει στο Νο.4 και στην Μεγάλη Βρετανία. Για τις ανάγκες του videoclip του κομματιού "Are You Ready" οι AC/DC ζήτησαν 10 εθελοντές στους οποίους ενώ τους ξύριζαν τα μαλλιά τους θα γραφόταν στο κεφάλι τους το όνομα του συγκροτήματος.Προσφέρθηκαν πάνω από 1000.
Το γκρουπ έχει φτάσει πια τις 60 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ μόνο το Back In Black και μόνο στις Η.Π.Α. έχει πουλήσει περισσότερα από 10 εκατομμύρια αντίτυπα.

 

Junior

Οι AC/DC τον Οκτώβριο του 1992 κυκλοφορούν το δεύτερο ζωντανό τους άλμπουμ, που έχει τον τίτλο Live και αρχές του 1993 έγιναν οι ηχογραφήσεις για το τραγούδι Big Gun, το οποίο περιέχεται στο soundtrack της ταινίας "Last Action Hero" και που πρωταγωνιστεί ο Arnold Schwarzenegger.
Το 1994 επιφυλάσσει κάτι ευχάριστο για τους φίλους του συγκροτήματος. Οι αδερφοί Young ξεκινήσανε να δουλεύουν πάνω στο επόμενο άλμπουμ τους και κάλεσαν τον παλιό τους φίλο και πρώην ντράμερ του συγκροτήματος Phill Rudd να παίξει μερικά κομμάτια μαζί τους. Τελικά ο Chris Slade απολύεται και την θέση του παίρνει ο Rudd. Αυτή είναι και η τελευταία αλλαγή στο σχήμα του συγκροτήματος μέχρι και σήμερα.

Junior

Τον Οκτώβριο του 1994 το συγκρότημα άρχισε τις ηχογραφήσεις του επόμενου άλμπουμ του, αλλά θα κυκλοφορήσει σχεδόν ένα χρόνο αργότερα. Έχει τίτλο Ballbreaker.
Το προτελευταίο άλμπουμ των AC/DC έχει τίτλο Stiff Upper Lip. Οι ηχογραφήσεις έγιναν από τον Ιούλιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1999 και το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2000. Το εξώφυλλο του άλμπουμ απεικονίζει ένα άγαλμα του Angus. Το γκρουπ αποφάσισε να φτιάξει ένα τεράστιο άγαλμα για τις ανάγκες της Stiff Upper Lip περιοδείας. Η ονομασία του αγάλματος είναι Junior.

 Black Ice

Στις 20 Οκτωβρίου 2008 κυκλοφόρησε επίσημα το 15ο στούντιο άλμπουμ των AC/DC με τίτλο Black Ice. Πρώτο single του άλμπουμ είναι το Rock 'n Roll Train που κυκλοφόρησε στις 28 Αυγούστου 2008. Το συγκρότημα μάλιστα έκανε διαγωνισμό για 150 φίλους του γκρουπ που θα συμμετείχαν στο video clip.
Σύμφωνα με το επίσημο site των AC/DC, το Black Ice στην πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του πούλησε πάνω από 780.000 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο και είναι Νο1 σε πωλήσεις σε 29 χώρες. Επίσης σύμφωνα με το Billboard το Black Ice είναι Νο1 στο Top200, No1 στα πιο περιεκτικά άλμπουμ και Νο1 σε Top Rock, Top Pop και Top Internet άλμπουμ για την εβδομάδα μέχρι 8 Νοεμβρίου 2008.
Την εβδομάδα 3 έως 9 Νοεμβρίου 2008 το Black Ice ήταν Νο1 σε πωλήσεις στην Ελλάδα και μάλιστα έγινε χρυσό.

Νέα άλμπουμ

Οι AC/DC ξανάγιναν μόδα.Έτσι τους ζητήθηκε να γίνουν το βασικό γκρουπ για το σάουντρακ της ταινίας Iron Man 2.Στις 19 Απριλίου 2010 κυκλοφόρησε το άλμπουμ Iron Man 2 το οποίο περιείχε 15 τραγούδια του συγκροτήματος από παλαιότερες δουλειές ενώ βασικό κομμάτι της ταινίας ήταν το "Shoot to Thrill" από το Back In Black.
Στα πλαίσια της παρουσίασης του "Live at River Plate DVD" που έγινε στις 6 Μαίου στο Hammersmith Apollo του Λονδίνου στην Αγγλία ο Angus ανέφερε πως υπάρχουν σκέψεις να κυκλοφορήσουν οι AC/DC νέο άλμπουμ στα επόμενα 2 χρόνια.

Τα μέλη

  • Angus Young - σόλο κιθάρα
  • Malcolm Young - ρυθμική κιθάρα
  • Brian Johnson - τραγούδι
  • Phill Rudd - ντραμς
  • Cliff Williams - μπάσο

Δισκογραφία

  • High Voltage (1975), μόνο στην Αυστραλία.
  • Τ.Ν.Τ. (1975), μόνο στην Αυστραλία.
  • High Voltage (1976), συνδυασμός των 2 πρώτων άλμπουμ για παγκόσμια κυκλοφορία.
  • Dirth Deeds Done Dirt Cheap (1976), μόνο στην Αυστραλία.
  • Dirth Deeds Done Dirt Cheap (1976), διαφορετική έκδοση για παγκόσμια κυκλοφορία.
  • Let There Be Rock (1977) μόνο στην Αυστραλία.
  • Let There Be Rock (1977), διαφορετική έκδοση για παγκόσμια κυκλοφορία
  • Powerage (1978)
  • If You Want Blood (You Got It) (1978)
  • Highway To Hell (1979)
  • Back In Black (1980)
  • For Those About To Rock (1981)
  • Flick Of The Switch (1983)
  • '74 Jaibreak (1984)
  • Fly On The Wall (1985)
  • Who Made Who (1986)
  • Blow Up Your Video (1988)
  • The Razors Edge (1990)
  • Live (1992), υπάρχει και συλλεκτική έκδοση σε διπλό CD με περισσότερα κομμάτια.
  • Ballbreaker (1995)
  • Bonfire (1997), συλλογή αφιέρωμα στον Bon Scott που περιέχει τα Volts, Live From Atlantic Studios και Let There Be Rock: The Movie.
  • Stiff Upper Lip (2000)
  • Stiff Upper Lip:Tour Edition (2001), μόνο σε Αυστραλία.
  • Black Ice (2008)
  • Iron Man 2 (2010) (soundtrack της ταινίας Iron Man 2, με τραγούδια των AC/DC από παλαιότερους δίσκους)
Το άρθρο στηρίχτηκε σε συνεντεύξεις του συγκροτήματος στο κανάλι VH1 και στις εκπομπές Behind The Music και The Ultimate Album.